Ουγγρικά - Αγγλικά

betöltő

B2 Ουγγρικά
occupant
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
tisztség/állás/pozíció/szerep betöltője
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person holding a job or office
Θέματα
jobs |roles |office |politics |employment |leadership |work |business |core_vocabulary
Ορισμός

A person who currently holds a particular job, role, or official position, especially one that may later be taken by someone else.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε