betörést követ el
B2
Ουγγρικά
burgle
ΡΉΜΑ
B2
1
burgle
C1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Commit burglary
Θέματα
crime
|theft
|burglary
|habitual_action
|law
Ορισμός
To commit burglary as an activity, without stating the specific building that was entered.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.