bevásárol
A2
Ουγγρικά
shop
ΡΉΜΑ
A2
2
shop
A1
Μοτίβο χρήσης:
bevásárol; bevásárol valakinek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To buy things from stores
Θέματα
shopping
|commerce
|buying
|errands
|daily_life
|business
Ορισμός
To visit one or more shops in order to look at and purchase goods.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.