Ουγγρικά - Αγγλικά

bevásárol

A2 Ουγγρικά
shop
ΡΉΜΑ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
bevásárol; bevásárol valakinek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To buy things from stores
Θέματα
shopping |commerce |buying |errands |daily_life |business
Ορισμός

To visit one or more shops in order to look at and purchase goods.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε