Ουγγρικά - Αγγλικά

bezsebel

B2 Ουγγρικά
haul
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
bezsebel pénzt/szavazatot/díjat
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
obtain or earn a large amount
Θέματα
money |earnings |success |collection |business |sales |finance
Ορισμός

To gain, collect, or earn a large amount of something, especially money, votes, or prizes.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε