birtoklás
B2
Ουγγρικά
possession
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
possession
B1
Μοτίβο χρήσης:
valaminek a birtoklása
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
state of having or controlling something
Θέματα
ownership
|control
|holding
|occupancy
|sports
|legal
|core_vocabulary
Ορισμός
The state of having, controlling, or occupying something.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.