bombamerénylő
C1
Ουγγρικά
bomber
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
1
bomber
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who plants or explodes bombs
Θέματα
crime
|terrorism
|violence
|attack
|security
|news
Ορισμός
A person who uses bombs, especially by planting or detonating them as part of an attack.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.