Ουγγρικά - Αγγλικά

bűnöző

B1 Ουγγρικά
criminal, hood
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person guilty of a crime
Θέματα
crime |law |conviction |prison |core_vocabulary
Ορισμός

A person who has been proven guilty of breaking the law, especially through a court of law.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1 SLANG
2
Μοτίβο χρήσης:
fiatal/helyi/kisstílű bűnöző
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
violent criminal or gang member
Θέματα
slang |crime |gangs |violence |person |law |relationships
Ορισμός

A criminal or violent young man, especially one involved in gangs or street crime; short for "hoodlum".

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε