bűntárs
B2
Ουγγρικά
accomplice
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
accomplice
C1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
helper in a crime
Θέματα
crime
|law
|complicity
|wrongdoing
|helper_role
Ορισμός
A person who knowingly helps someone commit a crime or other wrongful act.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.