bunyó
B2
Ουγγρικά
rumble
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
INFORMAL
2
rumble
B2
Μοτίβο χρήσης:
bunyó vki(k) között; bunyóba keveredik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a noisy fight between groups
Θέματα
fight
|physical_violence
|group_conflict
|informal
|conflict
|crime
Ορισμός
A physical fight, especially a loud, messy one involving several people.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.