Ουγγρικά - Αγγλικά

bunyózik

B2 Ουγγρικά
rumble
ΡΉΜΑ B2 INFORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
vki bunyózik vkivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
fight noisily, often in groups
Θέματα
fight |physical_violence |group_conflict |informal |action |conflict |crime
Ορισμός

To fight physically, especially in a rough, noisy way and sometimes as part of a group.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε