Ουγγρικά - Αγγλικά

cica

A1 Ουγγρικά
pussy, kitty
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A1
1
Μοτίβο χρήσης:
cica; gyere, cica
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
small cat (informal)
Θέματα
animals |pets |affectionate |informal |daily_life |communication
Ορισμός

An informal term for a cat, especially used affectionately or to call one.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A1 INFORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a cat, especially a small one
Θέματα
animals |pets |young_animals |affection |informal |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

A domesticated cat, especially a small, young, or pet cat, often spoken to or about in an affectionate way.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε