cselekvés
B2
Ουγγρικά
action
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
2
action
B1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
something done or carried out
Θέματα
doing
|response
|problem_solving
|goal_directed
|core_vocabulary
Ορισμός
The process of doing something, typically to achieve an aim.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.