Ουγγρικά - Αγγλικά

csirke

A1 Ουγγρικά
chicken
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A1
1
Μοτίβο χρήσης:
csirkét eszik/rendel; csirke rizzsel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Meat from a chicken
Θέματα
food |meat |poultry |cooking |food_drink |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

The flesh of a chicken, used as food.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A farm bird kept for food
Θέματα
animal |bird |farm |domesticated |eggs |meat |animals |food_drink |daily_life
Ορισμός

A domesticated bird kept for its eggs and meat, especially the common species Gallus gallus domesticus.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε