Ουγγρικά - Αγγλικά

csonttörés

B1 Ουγγρικά
fracture
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a broken or cracked bone
Θέματα
medicine |injury |bones |diagnosis |health |body
Ορισμός

A break or crack in a bone, usually caused by injury, stress, or disease.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε