csonttörés
B1
Ουγγρικά
fracture
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
fracture
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a broken or cracked bone
Θέματα
medicine
|injury
|bones
|diagnosis
|health
|body
Ορισμός
A break or crack in a bone, usually caused by injury, stress, or disease.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.