Ουγγρικά - Αγγλικά

csörög

A2 Ουγγρικά
rung
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
a telefon/csengő csörög; csörgött
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
past participle of "ring"
Θέματα
sound |phone |doorbell |communication |grammar |core_vocabulary
Ορισμός

Past participle of "ring": used with "have", "has", or "had" to show that a bell, phone, or similar object made a ringing sound, or that someone made a phone call.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε