Ουγγρικά - Αγγλικά

deaktivál

B2 Ουγγρικά
disable
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
deaktivál vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
turn off or make not work
Θέματα
technology |settings |devices |software |access_control |work |core_vocabulary
Ορισμός

To make a device, system, feature, or piece of equipment stop working or stop being active, usually by changing a setting or using a specific action.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε