Ουγγρικά - Αγγλικά

delegitimál

C2 Ουγγρικά
delegitimize
ΡΉΜΑ C2 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
vkit/vmit delegitimál
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
undermine perceived legitimacy
Θέματα
politics |public_discourse |legitimacy |discrediting |authority |society |law |media |power
Ορισμός

To make a person, group, institution, idea, action, or system seem less legitimate, valid, authoritative, or deserving of acceptance.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε