Ουγγρικά - Αγγλικά

dinnye

A2 Ουγγρικά
melon
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sweet, juicy, thick-skinned fruit
Θέματα
fruit |food |summer |cooking |plants |daily_life
Ορισμός

A large, round or oval fruit with a thick rind and sweet, juicy flesh, eaten fresh, especially in summer.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 VULGAR
1
Μοτίβο χρήσης:
többnyire többes számban: valakinek a dinnyéi
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
woman’s breasts (crude slang)
Θέματα
body_part |slang |vulgar |sexuality |body |relationships
Ορισμός

(Usually plural) A crude slang term for a woman’s breasts, especially large ones.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε