Ουγγρικά - Αγγλικά

disszeminálódik

C2 Ουγγρικά
disseminate
ΡΉΜΑ C2 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
fertőzés/daganat disszeminálódik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
spread disease or pathogens widely
Θέματα
medicine |disease |infection |virus |pathogen |spread |health |science
Ορισμός

In medicine and biology, to cause a disease, infection, or pathogen to spread from an original site to other parts of the body or to a wider population.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε