Ουγγρικά - Αγγλικά

diszruptív

C1 Ουγγρικά
disruptive
C1 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
diszruptív technológia/innováció/startup
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
radically changing an industry or market
Θέματα
technology |business |innovation |markets |industry_change
Ορισμός

Describing a product, technology, company, or idea that causes a major shift in an industry or market by changing how things are usually done and often replacing established competitors.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε