Ουγγρικά - Αγγλικά

dohányzó

A2 Ουγγρικά
smoking
A2
1
Μοτίβο χρήσης:
dohányzó + hely/rész/szoba
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
where smoking is allowed
Θέματα
tobacco |places |permission |public_rules |daily_life |travel |health
Ορισμός

Used before a noun to describe a place where smoking is allowed or intended for people who smoke.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε