Ουγγρικά - Αγγλικά

dönget

B2 Ουγγρικά
hammer, pound, bang
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
ajtót/kaput/felületet dönget
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
hit hard many times
Θέματα
impact |repeated_action |force |noise |weather |core_vocabulary
Ορισμός

To hit something or someone very hard, often many times, sometimes without using an actual hammer.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
dönget vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Hit repeatedly with force
Θέματα
impact |repetition |force |hands |sound |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To strike something again and again with great force.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
dönget valamit; döngeti az ajtót/falat/asztalt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To hit something hard noisily
Θέματα
hitting |impact |noise |force |core_vocabulary
Ορισμός

To strike something forcefully, producing a loud sound.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε