Ουγγρικά - Αγγλικά

doyen

C2 Ουγγρικά
dean
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C2
2
Μοτίβο χρήσης:
a(z) [szakma/csoport] doyenje
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Most senior member of a group
Θέματα
seniority |expertise |profession |prestige |work |core_vocabulary
Ορισμός

The most experienced or senior person in a particular group, profession, or field.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε