edzett
B1
Ουγγρικά
salty
B1
LITERARY
2
salty
C2
Μοτίβο χρήσης:
edzett ember/veterán; munkában vagy harcban edzett
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
tough, seasoned, and experienced
Θέματα
people
|experience
|toughness
|literary
|sea
|work
|travel
Ορισμός
Tough and experienced, especially from life at sea or long, hard work.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.