Ουγγρικά - Αγγλικά

egyedüllét

B1 Ουγγρικά
solitude, solitariness
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
egyedüllét; egy kis egyedüllétre vágyik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
state of being alone
Θέματα
being_alone |privacy |quiet |choice |emotions |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

The state or situation of being alone, often by choice, and away from other people.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1 FORMAL
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
the state of being alone
Θέματα
being_alone |seclusion |quiet |remote_place |daily_life |places |lifestyle |emotions
Ορισμός

the condition of being alone or separated from other people, especially in a quiet or remote place

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε