Ουγγρικά - Αγγλικά

együttműködő partner

B2 Ουγγρικά
collaborator
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who works with others
Θέματα
teamwork |project_work |research |partnership |professional_life |work |education |core_vocabulary
Ορισμός

A person who works together with one or more other people on a shared project, activity, or goal.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε