eladónő
A2
Ουγγρικά
saleswoman
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A2
1
saleswoman
B1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
woman who sells in a shop
Θέματα
retail
|shop
|customer_service
|shopping
|job_role
|work
|business
|daily_life
Ορισμός
A woman whose job is to sell goods to customers in a shop or store and help them choose and pay for items.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.