Ουγγρικά - Αγγλικά

elállít

B1 Ουγγρικά
stem
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
elállítja a vérzést
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to stop or limit something
Θέματα
stopping |flow |bleeding |prevention |harm_reduction |core_vocabulary
Ορισμός

To stop or slow the flow of something, especially liquid or something harmful or unwanted.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε