Ουγγρικά - Αγγλικά

elégedetlenséget kelt

C1 Ουγγρικά
discontent
ΡΉΜΑ C1 LITERARY
2
Μοτίβο χρήσης:
elégedetlenséget kelt valakiben
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to make someone dissatisfied
Θέματα
causation |dissatisfaction |emotion |reaction |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

To cause someone to feel unhappy or dissatisfied with their situation or with the way things are.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε