Ουγγρικά - Αγγλικά

eleget

A2 Ουγγρικά
enough
A2
2
Μοτίβο χρήσης:
eleget + ige; ige + eleget
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To the necessary extent
Θέματα
degree |sufficiency |level |ability |core_vocabulary |communication
Ορισμός

Used after an adjective, adverb, or verb to indicate that the degree or level is sufficient.

A2
2
Μοτίβο χρήσης:
eleget + ige; ige + eleget
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
An adequate quantity
Θέματα
quantity |sufficiency |amount |requirement |core_vocabulary
Ορισμός

An amount or number that is sufficient.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε