Ουγγρικά - Αγγλικά

élelmiszerbolt

A2 Ουγγρικά
grocery
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
store that sells food items
Θέματα
shopping |food |retail |shops |everyday_items |daily_life |food_drink |core_vocabulary
Ορισμός

A shop that sells food and other everyday items, especially a small local store; often said as “grocery store,” and sometimes simply “the grocery” in casual speech.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε