Ουγγρικά - Αγγλικά

életkor

B1 Ουγγρικά
age
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
valakinek az életkora; átlagéletkor
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
number of years a person has lived
Θέματα
time |people |measurement |life_stage |core_vocabulary
Ορισμός

The length of time that a person has been alive, measured in years.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε