Ουγγρικά - Αγγλικά

elfogadhatóan

B1 Ουγγρικά
okay, adequately, ok, reasonably
B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
In a satisfactory way
Θέματα
degree |performance |outcome |satisfactory |core_vocabulary
Ορισμός

In a way that is acceptable or satisfactory.

B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
in a satisfactory way
Θέματα
acceptability |performance |quality |results |work |communication
Ορισμός

In a way that is acceptable or satisfactory, though not necessarily excellent.

B1
2
ok A2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
satisfactorily; reasonably well
Θέματα
performance |functioning |sufficiency |daily_life |evaluation
Ορισμός

In a way that is satisfactory or good enough.

B2
2
Μοτίβο χρήσης:
elfogadhatóan + melléknév/határozószó vagy ige
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to a fair or moderate extent
Θέματα
degree |moderation |evaluation |price |ability |core_vocabulary
Ορισμός

To a fair, acceptable, or moderate extent; not excessively.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε