Ουγγρικά - Αγγλικά

elfoglalt

B1 Ουγγρικά
busy
B1
1
Μοτίβο χρήσης:
valaki elfoglalt; el van foglalva valamivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Having a lot to do
Θέματα
work |tasks |activity |time_management |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

Having a great deal to do; actively engaged in work or activity.

B1
1
Μοτίβο χρήσης:
valaki elfoglalt; el van foglalva valamivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Not free to do other things
Θέματα
unavailable |attention |current_activity |time_management |communication |work |core_vocabulary
Ορισμός

Fully occupied with a task and therefore unable to attend to other matters at that moment.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε