Ουγγρικά - Αγγλικά

elhitet

B2 Ουγγρικά
deceive
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
elhitet valakivel valamit; elhiteti valakivel, hogy...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make someone believe a lie
Θέματα
deception |dishonesty |misleading |belief |advantage |relationships |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To cause someone to believe something that is not true, usually in order to gain some personal advantage.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε