Ουγγρικά - Αγγλικά

elkedvetlenít

B2 Ουγγρικά
discourage
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
elkedvetlenít valakit; elkedvetlenít valakit valami
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Reduce confidence or enthusiasm
Θέματα
emotion |motivation |confidence |failure |hope |morale |emotions |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To cause someone to lose confidence, hope, or enthusiasm about something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε