Ουγγρικά - Αγγλικά

elkövet

B1 Ουγγρικά
commit
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
elkövet valamit (bűnt, bűncselekményt, csalást, hibát)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Do something illegal or wrong
Θέματα
crime |law |wrongdoing |actions |core_vocabulary
Ορισμός

To carry out an illegal act or morally wrong action.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε