Ουγγρικά - Αγγλικά

elkövető

B2 Ουγγρικά
offender, perpetrator
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
bűncselekmény/szabálysértés elkövetője; visszaeső elkövető
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who breaks the law
Θέματα
law |crime |justice |policing |person |core_vocabulary
Ορισμός

A person who has committed a crime or other illegal act.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
vmi elkövetője
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who commits a crime
Θέματα
crime |law |wrongdoing |violence |person |core_vocabulary
Ορισμός

A person who carries out a crime, attack, or other harmful or morally wrong act.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε