Ουγγρικά - Αγγλικά

eltartott

B2 Ουγγρικά
dependent
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
valakinek az eltartottja; eltartottként
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person relying on support
Θέματα
finance |family |tax |benefits |legal |support |relationships
Ορισμός

A person, such as a child or spouse, who relies on another for financial support, especially for basic needs.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε