eltöltött idő
B1
Ουγγρικά
tenure
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
2
tenure
B2
Μοτίβο χρήσης:
valahol/valamilyen pozícióban eltöltött idő
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
time in a job or office
Θέματα
employment
|roles
|duration
|office
|management
|work
|time
Ορισμός
The period of time during which someone holds a job, role, or official position.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.