Ουγγρικά - Αγγλικά

elviselhetően

C1 Ουγγρικά
tolerably
C1 LITERARY
2
Μοτίβο χρήσης:
+ adjective/adverb
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to a bearable or endurable degree
Θέματα
endurance |bearable_degree |comfort |literary |core_vocabulary
Ορισμός

To a degree that can be endured or borne without great suffering, though not comfortably.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε