Ουγγρικά - Αγγλικά

emelkedik-süllyed

B2 Ουγγρικά
heave
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
vkinek a mellkasa/válla emelkedik-süllyed
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Breathe with deep, heavy breaths
Θέματα
breathing |exertion |emotion |body_movement |health |body |emotions
Ορισμός

Of a person or animal, to breathe in a deep, heavy, or irregular way so that the chest or shoulders move noticeably, often because of strong emotion or physical effort.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε