emelőhatás
C1
Ουγγρικά
leverage
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
TECHNICAL
2
leverage
B1
Μοτίβο χρήσης:
nagyobb emelőhatást ér el/biztosít
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
mechanical advantage from lever
Θέματα
mechanics
|physics
|force
|lever
|mechanical_advantage
|tools
|science
|technology
Ορισμός
The mechanical advantage obtained by using a lever to apply force.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.