Ουγγρικά - Αγγλικά

emlő

C1 Ουγγρικά
mamma, breast
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
gyakran többes számban: emlők
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a breast; mammary gland
Θέματα
anatomy |medicine |mammals |reproduction |lactation |health
Ορισμός

A breast, especially as an anatomical or medical term for the mammary gland (often plural mammae).

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Front of chest, esp. in women
Θέματα
body_part |anatomy |female_body |breastfeeding |medicine |body |health
Ορισμός

The front part of the human chest, especially the mammary glands of a woman.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε