Ουγγρικά - Αγγλικά

emlőmirigy

C1 Ουγγρικά
mamma
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
gyakran többes számban: emlőmirigyek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a breast; mammary gland
Θέματα
anatomy |medicine |mammals |reproduction |lactation |health
Ορισμός

A breast, especially as an anatomical or medical term for the mammary gland (often plural mammae).

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε