Ουγγρικά - Αγγλικά

érintkező

B2 Ουγγρικά
contact
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
elem/akkumulátor érintkezője; elektromos érintkező
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
electrical connection point
Θέματα
electronics |electricity |components |circuit |technology |science
Ορισμός

A part in an electrical device that allows current to pass when it touches another part.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε