Ουγγρικά - Αγγλικά

erkölcsösen

B2 Ουγγρικά
purely, morally
B2
1
Μοτίβο χρήσης:
erkölcsösen él/viselkedik/cselekszik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
in a morally pure manner
Θέματα
morality |ethics |virtue |integrity |core_vocabulary
Ορισμός

In a way that is free from moral wrongdoing or dishonesty.

B2
1
Μοτίβο χρήσης:
erkölcsösen él/cselekszik/viselkedik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
in a morally good way
Θέματα
virtue |personal_conduct |integrity |behavior |core_vocabulary
Ορισμός

In a way that follows accepted moral principles; in a virtuous or upright manner.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε