Ουγγρικά - Αγγλικά

erőfeszítést tesz

B2 Ουγγρικά
spend, exert
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
erőfeszítést tesz vmiért / azért, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Use energy or effort
Θέματα
effort |energy |work |purpose |core_vocabulary
Ορισμός

To use or give effort, energy, or resources for a particular purpose.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
erőfeszítést tesz vmiért / hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make a lot of effort
Θέματα
effort |physical_effort |mental_effort |tiredness |self_control |work |core_vocabulary
Ορισμός

To make a serious physical or mental effort, often one that is difficult or tiring.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε