Ουγγρικά - Αγγλικά

érvényben lévő

B1 Ουγγρικά
operative
B1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
érvényben lévő szabály/törvény/megállapodás
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
having force or effect
Θέματα
law |rules |contracts |validity |applicability
Ορισμός

Having legal or practical effect, especially of a rule, clause, or condition that is currently in force or actually applies.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε