Ουγγρικά - Αγγλικά

érzőképesség

B2 Ουγγρικά
sensibility
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
testrész/bőrfelület érzőképessége; az érzőképesség csökkenése vagy elvesztése
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
capacity to feel physical stimuli
Θέματα
medicine |sensory_perception |touch |body |neurology |health |science
Ορισμός

The capacity of a body part or organism to perceive physical stimuli, such as touch, pain, or temperature.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε